
Ο ήλιος είχε κουρνιάσει κάτω απ' τη φυλορροή του Σεπτέμβρη.
Πέρασε πολύς καιρός από τότε που·
είχες καθίσει σε εκείνο το πλατύ σκαλί.
Είχες τα πόδια σου σταυρωμένα, θυμάμαι.
Και φορούσες ένα λευκό μαντήλι στα μαλλιά.
Έλαμπες.
Δε σε γνώριζα.
Και όμως έδωσες μορφή σε όλες τις φωτογραφίες του νου μου.
Δε με ήξερες.
Μου σφίξες το χέρι.
Πήγαμε μεγάλη βόλτα.
Το Θησείο-Σύνταγμα κατρακυλούσε σε μια μονή ρόδα.
Στη ρόδα με τις στραβές ακτίνες.
Έπειτα τα τακούνια μας κόπασαν
μπρος σ' ένα παλιό κτίριο.
Καθίσαμε.
Σιωπή.
Ακόμα θυμάμαι το σφυγμό στην ανάσα σου.
Ανταμώσαμε σε κάτι φρεσκοβαμμένα, κόκκινα παραθυρόφυλλα.
Και έπειτα στα λευκά χρυσάνθεμα.
Που βρέθηκαν εδώ λευκά χρυσάνθεμα;
Μες στα μάτια σου έβρεχε...
Με φίλησες, νομίζω.
Και από τότε παραμιλώ το ίδιο όνειρο κάθε βράδυ.
Όχι, δεν είναι που διψώ για της νοσταλγίας το νανούρισμα.
Ούτε για να μπαλώσω την απουσία σου,
αφού δεν έφυγες!
Παραμιλώ για να 'χουν φως,
οι μέρες που μας προσπερνάνε...
10-8-09





